Θάνος Ανεστόπουλος – Αρχίζω με το σ’ αγαπώ

Αρχίζω με το ”σ’ αγαπώ” και με αυτό σκοπεύω να τελειώσω. Που λες περάσαμε πολλά. Πολλές φορές αυτή η φλόγα της καρδιάς λύγισε απ’την ορμή των γεγονότων που έφερναν οι άγνωστοι καινούργιοι καιροί με τα άγνωστα καινούργια αντικείμενα, συνθήματα, αισθήματα, πρόσωπα. Που λες γυρίζω πια από σπίτι σε σπίτι λίγο καπνό απ’ τα περασμένα να πάρω να φυλάξω μα όλος έχει κουρνιάσει μόνιμα και νοτίζει το μοναχικό μου πια μαξιλάρι. Το σκληρό έτσι όπως έχει γίνει αφού δεν αγγίζει πια στο δικό σου. Αγρυπνώ ζαλισμένος απ’τις ενθυμήσεις. Είμαι μια σιωπηλή θάλασσα στο στενό δωμάτιο που είναι ο κόσμος μου τώρα. Χτες το σώμα μου ένιωσα λες και ήτανε ακτή που πάνω της ξεβράζονταν αρμυροφαγωμένοι ναυαγοί που ναυαγούσαν για τις αμαρτίες μου. Δεν προσμένω πια. Τίποτε. Ούτε καν μια χρήσιμη βασανιστική τιμωρία. Την αγάπη την έλεγα θάνατο. Και τώρα φοβάμαι μην κουραστώ να σ’αγαπώ στις αποστάσεις. Αυτές που ορίζαν πάντα οι λησμονημένες μέρες του έρωτα μας. Τότε που έρωτας φωνάζαμε, κι ήταν. Τότε που την αγάπη ονομάζαμε. Και τώρα που αφανίζει και κατατρώει που ροκανίζει αργά η απόσταση τον κρίκο με τα διπλά παπλώματα και με τα δύο μαξιλάρια -την ένωση. Και τώρα που λησμονούνται τα ενωμένα κορμιά τα φλογισμένα μονοπάτια και οι ατέλειωτες βόλτες των σφιχτοδεμένων χεριών μας -τώρα που η ελευθερία έχει βαφτεί με ένα αδιευκρίνιστο ορφανό χρώμα -Αγάπη μου- στο γράφω πάλι- τα δικά μας λόγια είναι και έτσι ήταν -πάντα κρυφά- και μας κοβόταν η ανάσα όταν τα ακούγαμε στα φανερά και έτρεχε αίμα στο κάθε πρωινό ξύπνημα απ’την καρδιά γιατί το πικρό μας στόμα έσταζε μια αράδα σκοτεινή που έκρυβε πάντα μέσα της το σ’αγαπώ. …σ’αγαπώ… κι όταν χτυπάει μεσάνυχτα κι όταν ακούγεται ο τελευταίος ασπασμός μιας πόρτας πίσω μας κι όταν πρέπει να υπομείνουμε πολύ κι όταν χρειάζεται τα δικά μας παράθυρα να ανοίγουμε κι όταν καθόλου δεν ξεκουράζεται αυτό το ”σ’αγαπώ” ολοένα, διαρκώς, ανάμεσα στους δαίμονες και στα θαύματα συνέχεια… …Σ’ ΑΓΑΠΩ Ας κρατηθεί ενός λεπτού σιγή για τις μοναξιές που σιγοζούνε ένα τέτοιο βράδυ δίπλα σου. Ας κρατηθεί ένα λεπτό αφάγωτο και άπιωτο για τα κενά σπίτια, για τον κενό χρόνο, τις κενές αγκαλιές, τα κενά πιάτα, το κενό ποτήρι, το κενό μυαλό, τις κενές ψυχές.

Φωτογραφία: Margrethe Mather

Google
Κάντε το Perithorio προτεινόμενη πηγή στην Google
Μοιραστείτε το
Tags

Μην τα χάσετε

Μιχάλης Αλμπάτης – Η νόσος των ουρητηρίων

Δεν ήξερε να πει αν τελικά υπήρχε πράγματι ένας μυστήριος ιός που τη συμπεριφορά και τη σκέψη τόσων ανθρώπων χειραγωγούσε ή αν απλά επρόκειτο...

Νάνσυ Αγγελή – Είμαστε τυχεροί

Είμαστε τυχεροί, αυτό λένε πάντα. Το επαναλαμβάνουν δυνατά πολλές φορές μέσα στη μέρα, σαν μάντρα, σαν προσευχή. Τι τυχεροί που είμαστε, λένε και ξαναλένε,...

Παλιά Στρατώνα: Η φυλακή-κόλαση που επέζησε στα ρεμπέτικα

Σήμερα, όποιος περπατά γύρω από το Μοναστηράκι και την Αρχαία Αγορά δύσκολα φαντάζεται ότι εκεί, ανάμεσα στα μνημεία, στεκόταν κάποτε μία από τις πιο...
spot_img

Τελευταία Άρθρα

Διαβάστε επίσης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ