– Ά-γιαγιά, εδούλευκες που ήσουν μιτσιά ή εμίνησκες έσσω με την μάνα σου;
– Όϊ αγάπη μου, εν εδουλέφκα. Τότες οι γενέτζιες εμινίσκαν έσσω. Μετά που ήθελε ο παππού σου βοήθεια στα παναήρκα επήενα μαζί του να του τανίσω. Έντζαι ‘δούλεψα ποττέ μου αλλού, εκτός που πηέναμε με άλλες κορούες, κάποτε τα καλοτζαίρκα, στες πατάτες.
– Μα που;
– Στο Ξυλοφάου.
– Ίντα ποιος σε έπαιρνε τζιηκάτω;
– Επαίρναν μας με το αυτοκίνητο. Εμινήσκαμε 2-3 μέρες στο σπίτι του παπά του χωρκού τζαι εφέρναν μας πίσω. Ύστερις που μας εθέλασιν ξανά, εξαναπέρνα μας.
– Τζαι εμινίσκετε τζιαμέ στον παπά του χωρκού; Ούλλοι; Ίντα εφόρεσας ούλλες το σπίτι να τζιμάστε να τρώτε να λούνεστε τζαι ξέρω ‘γιω;
– Μάνα μου, μια κάμαρι ήταν τζαι μινίσκαμε ούλλες μέσα. Εστρώναμεν τζαι πέφταμε χαμέ. Φαί έκαμνα μας τζιαμέ τζαι ετρώαμεν αλλά μπάνιο ένε κάμναμεν.
– Ένε κάμνετε; Μα εμινήσκετε άλουτες;
– Έ ίντα γιε μου εννα λουθείς στο σπίτι το ξένο. Ελουνούμαστε που μας εφέρναν έσσω. Έτσι ήταν οι τζαιροί τότες.


