Άσμα του πνιγμένου: Μια διαφορετική εκδοχή του “τέσσερα τζαι τέσσερα”.

Το άσμα του πνιγμένου, όπως αναφέρεται στο δεύτερο τόμο του βιβλίου του Αθανάσιου Σακελλάριου, “Τα Κυπριακά” (1891), έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι παρουσιάζει μια άλλη εκδοχή του γνωστού δημοτικού τραγουδιού “Τέσσερα τζαι τέσσερα”.

Η ιστορία παραμένει η ίδια και στα 2 άσματα, αν εξαιρέσεις διαφορές μικρές αλλαγές που υπάρχουν, όπως στην μια ο μικρός αδερφός θέλει να πει ψέματα στην μάνα του για τον θάνατο του “Πέτες της πως αρμάστην κή επαντρεύτηκα” σε αντίθεση με το άλλο που λέει την αλήθεια στην μάνα του “Να πείτε της μανούλας μου στα μαύρα να ντυθεί”.

Από πληροφορίες που βρήκα στο διαδίκτυο, το δημοτικό τραγούδι, στην πιο πρόσφατη του μορφή, μελοποιήθηκε περίπου το 1980 από τον κύπριο συνθέτη Μιχάλη Χριστοδουλίδη.

Παρακάτω παρουσιάζω και τις 2 μορφές του τραγουδιού αλλά και 2 link όπου ο Τερλικκάς και ο Αλκίνοος τραγουδούν το γνωστό δημοτικό “Τέσσερα τζαι τέσσερα”.

  • Ειδικές ευχαριστίες στον strovoliotis για τις διορθώσεις που πρόσφερε
Άσμα του πνιγμένου Τέσσερες και τέσσερες πολεμούν οχτώ Κή έναν το μανιέρην πολεμούν εννεά Πόλεμον εν ηύρασιν κή εστραφήκασι Στράταν έν που πιάσασιν για τον πόλεμον Και μές ‘ς το μεσοστράτιν επεινάσασιν Εκάτσασιν να φάσιν κή εδιψάσασιν Κή ηύρα έναν λάκκον των εφτακοσιών Άλυσσον εκρατούσαν των εννεακοσιών Παίζουσιν τον μανιέρην ‘ς τον μικρότερον Καταιβάστε μ’ αέρφια και να καταιβώ Καταιβάζουν τον τα’ αέρφια κή εκαταίβηκεν Ταυράτε με, αέρφια κή έφτασαν νερόν, Κόκκινον εν και μαύρον και φαρμακερόν Ταυρούμεν σε αέρφιν μα εν βκαίννεις πεόν Ωστέ με του μαύρου μου που ‘νε δυνατός Διούν τον του μαύρου του κή εκόπην άλυσσος Χέτε γειάν αέρφι ‘άμετα ‘ς το καλόν Μεν πήτε της μάνας μου πως επνιήκα, Πέτες της πως αρμάστην κή επαντρεύτηκα Κή επήρα μίαν γεναίκαν και ήταν μάισσα Μαεύκει τά λουλούδια και τον ουρανόν Μαεύκει με κή εμένα και έν έρκουμαι πεόν.   Τέσσερα τζιαι τέσσερα Τέσσερα τζιαι τέσσερα γίνουνται οκτώ τεσσέρα παλικάρκα πάσιν στον πόλεμον. Στο δρόμον που πααίνασιν μα επεινάσασιν τζι’ εκάτσασιν να φάσιν τζιαι εδιψάσασιν. Γυρεύκουν νά ’βρουν βρύσην απάνω στο βουνόν τζ’ ήβρασιν έναν λάκκον των εκατόν ορκών. Eρίψαν το λαχνίν τους πκοιός έν’ να κατεβεί τζι’ έπεσε ο κλήρος παστό μιτσήν παιδίν. Δέστε με αδέρφκια μου τζι’ εγιώ να κατεβώ, μες στο ερημολάτσιν να φκάλω το νερόν. Tζιαι τότες τα αδέρφκια του τον σφικτοδέσασιν, μες στο ερημολάτσιν τον κατεβάσασιν. Eφκάρτε με αδέρφκια μου γιατ’ ήβρα το νερόν έν’ κότσινον τζιαι μαύρον μα τζιαι φαρματζιερόν. Ώσπου να τον τραβήσουσιν τζιαι να τον φκάλουσιν οι όφεις τζιαι τα φίδκια τον μισοφάασιν. Να πείτε της μανούλας μου στα μαύρα να ντυθεί γιατί τον γιον της τον μιτσήν εν θα τον ξαναδεί.    
Google
Κάντε το Perithorio προτεινόμενη πηγή στην Google
Μοιραστείτε το
Tags

Μην τα χάσετε

Μιχάλης Αλμπάτης – Η νόσος των ουρητηρίων

Δεν ήξερε να πει αν τελικά υπήρχε πράγματι ένας μυστήριος ιός που τη συμπεριφορά και τη σκέψη τόσων ανθρώπων χειραγωγούσε ή αν απλά επρόκειτο...

Νάνσυ Αγγελή – Είμαστε τυχεροί

Είμαστε τυχεροί, αυτό λένε πάντα. Το επαναλαμβάνουν δυνατά πολλές φορές μέσα στη μέρα, σαν μάντρα, σαν προσευχή. Τι τυχεροί που είμαστε, λένε και ξαναλένε,...

Παλιά Στρατώνα: Η φυλακή-κόλαση που επέζησε στα ρεμπέτικα

Σήμερα, όποιος περπατά γύρω από το Μοναστηράκι και την Αρχαία Αγορά δύσκολα φαντάζεται ότι εκεί, ανάμεσα στα μνημεία, στεκόταν κάποτε μία από τις πιο...
spot_img

Τελευταία Άρθρα

Διαβάστε επίσης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ