Μάρκος Βαμβακάρης: Οι τεκέδες και οι χασικλήδες του Πειραιά – Φωτογραφικό άλμπουμ

Ο Πειραιάς τότες ήτανε γεμάτος τεκέδες.

Όλοι οι τεκέδες ήτανε ίδιοι. Ίδιοι και απαράλλαχτοι. Μια κάμαρα ήτανε τεκές. Ένα σπιτάκι ήτανε τεκές. Ένα άλλο παραγκάκι. Δεν υπήρχε δηλαδή να ‘ναι σαλόνι να το κάνουνε τεκέ. Όχι. Μια κάμαρα μεγάλη και καθαρή, αυτό. Ο τεκές του Σάλωνα ήτανε δυο παραγκίτσες ξύλινες εκεί στο Καστράκι που ήτανε οι πρόσφυγες.

Το ίδιο ήτανε και του Μίχαλου στα Χιώτικα. Μια παραγκούλα με διάφορα μικρά παραγκάκια εκεί όπου έμενε και αυτός μέσα με τη γυναίκα του. Κάπως διαφορετικό, πιο εξευγενισμένο πάλι. Εκεί ερχόντουσαν οι πρώτης τάξεως χασικλήδες, δηλαδή οι πιο σοβαροί, οι πιο καλοντυμένοι, οι πιο λεφτάδες, οι πιο κουτσαβάκηδες, εννοώ τα παλικάρια δηλαδή, ησυχότατοι και αυτοί, δουλεύανε σε δουλειές. Οι εργαζόμενοι. Καλοί άνθρωποι.

Οι μάγκες στον τεκέ θέλαν απόλυτη ησυχία να μαστουριάσουν, να ονειρεύονται. Στον τεκέ θα μπεις μέσα θα κάτσεις ήσυχα και φρόνιμα αμίλητος, όχι και μουγγός, αλλά πάντως άκρα ησυχία. Εάν ο τεκετζής τα κάνει όλα μοναχός του, θα κάνει τον ναργιλέ. Έχει καλώς, ειδεμή φωνάζεις ρε Παναγιώτη, ρε Μάρκο, αν έχει τέτοιο όνομα μέσα, δεν πλένεις λίγο τουμπεκάκι φρέσκο να το κόψουμε ψιλό ψιλό να φουμάρουμε να μαστουριάσουμε όλοι.

Τουμπεκί είναι ένα φύλλο του καπνού το οποίο δεν το κόβουν όπως τον καπνό. Το αφήνουνε μεγάλο και αυτό το κόβουνε ψιλό ψιλό με το μαχαίρι.

*****************************

Μόλις φουμάρουνε οι χασικλήδες, δεν τους ενδιαφέρει αν ζούνε ή αν πεθάνουνε. Είναι ησυχότατοι, δεν πειράζουν άνθρωπο.

***************************

Ο ναργιλές ήτανε πότε με καρύδα, πότε με σταμνάκι, σαν αυτό που αγοράζουν τα παιδάκια στα πανηγύρια, το πήλινο το λέγανε, πιο φρέσκο, και πότε με ντενεκέ του γάλακτος.

Tην καρύδα την εσκάβανε από μέσα και εβγάζανε το φαγί κι έμενε σκέτη. Μετά βάζανε το καλάμι που ήτανε ο λουλάς απάνω, δηλαδή στο σέρι. Ο λουλάς πήλινο είναι. Με τη διαφορά, οι χασικλήδες εκάνανε λουλά από πέτρα που τη σκαλίζανε. Τον βάζανε απάνω στο σέρι. Βάζανε και το καλαμάκι, σαν το δάχτυλό μου φάρδος και μακρύ όσο δυο καινούργια μολύβια. Απ’ τη μια μεριά της καρύδας ήτανε η ντουμανότρυπα. Από την άλλη ήτανε του καλαμιού η τρύπα και το σέρι στη μέση.

Ολοι πίναν από ένα καλάμι, όσοι και να ήτανε. Καθόμαστε όλοι κοντά κοντά. Ο τεκές δεν είχε καρέκλες πολλές, ας είχε δυο-τρεις. Τις καρύδες τις έφερναν από τις Ινδίες. Τις πουλούσαν οι μανάβηδες στον κόσμο να τις φάει. Αλλά οι νοικοκυρές δεν τις κρατούσαν να κάνουν ναργιλέδες. Ο τεκετζής πήγαινε στον μανάβη κι αγόραζε όμορφη, ταιριασμένη καρύδα γι’ αυτόν τον σκοπό.

 

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Βαμβακάρη, Αυτοβιογραφία.

Google
Κάντε το Perithorio προτεινόμενη πηγή στην Google

Εγγραφείτε στο Newsletter μας

Chris Pinturicchio
Chris Pinturicchio
Ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής και να παίξει στην Juventus. Τελικά, δεν τα κατάφερε να παίξει ούτε στην ομάδα του χωριού του!
Μοιραστείτε το
Tags

Featured

Λάμπουσα: Η σχολή της Λαπήθου που έδινε μια δεύτερη ευκαιρία στα παιδιά

Στην παραλιακή Λάπηθο της Κερύνειας, το 1943, ιδρύθηκε ένα από τα πιο πρωτοποριακά κοινωνικά ιδρύματα της Κύπρου: η Αναμορφωτική Σχολή Λαπήθου, γνωστή αργότερα ως...

Φαίδωνας Δημητρίου – Χρέος

Υπάρχουν κείμενα που δεν προσπαθούν να σου δώσουν απαντήσεις, αλλά να σου θυμίσουν τη μάχη που γίνεται μέσα σου. Στο «Χρέος», ο Φαίδωνας Δημητρίου γράφει...

Πόσες ψυχές πετάξαμε

Αρχίζω και μετράω Ξεκινώντας από μένα Συνεχίζοντας παρά δίπλα Τον γείτονα, την γειτόνισσα, Φίλους γνωστούς και άλλους… Πόσοι πέταξαν την ψυχή τους στα σκουπίδια Γιατί πίστεψαν πως δεν είναι καλοί πως...

Τελευταία Άρθρα

Διαβάστε επίσης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ