Το σφάξιμο του χοίρου

Σήμερα θα επιστρέψουμε ξανά στο παρελθόν για να παρουσιάσουμε ένα από τα παλαιότερα έθιμα του τόπου μας, το σφάξιμο του χοίρου, όπου σε πολλά χωριά της Κύπρου, αλλά και της Ελλάδος, συνήθιζαν να τον σφάζουν όταν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα.

Παλαιοτέρα, ο περισσότερος κόσμος είχε στο σπίτι του ένα χοίρο και τον μεγάλωνε, με απώτερο σκοπό όχι την παραγωγή αλλά το φάγωμα του. Συνήθως τους αγόραζαν στα πανηγύρια ή από περιοδεύοντες πωλητές.

Ο χοίρος μεγάλωνε στις αυλές των σπιτιών τρώγοντας κριθάρι, πίτουρα αλλά και περισσεύματα φαγητών της οικογένειας μιας και είναι παμφάγο ζώο.

Όταν ο χοίρος έφτανε στο πρέπον μέγεθος, τον έσφαζαν. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, το σφάξιμο γινόταν τα Χριστούγεννα συνήθως όμως αυτό δεν ήταν κανόνας. Για παράδειγμα, στο χωριό μου τον έσφαζαν τον Οκτώβριο πριν αρχίσουν οι νηστείες της Σαρακοστής.

Το σφάξιμο του χοίρου ήταν μια ολόκληρη ιεροτελεστία. Την παραμονή της μέρας ακόνιζαν τα μαχαίρια ώστε να είναι έτοιμα το πρωί. Η σφαγή γινόταν τις αυγινές ώρες. Δυστυχώς, το σφάξιμο δεν ήταν ανώδυνο, όπως συμβαίνει σήμερα στα εγκεκριμένα σφαγεία, έτσι τα μουγκρητά του ζώου, που σφάδαζε από τον πόνο, ακούγονταν σ’ ολόκληρη την γειτονιά.

Μόλις έσφαζαν τον χοίρο, τον έβαζαν σε μια σανίδα ή μια βουκάνη (επίπεδο ξύλο – γεωργικό εργαλείο) και τον καθάριζαν με ζεστό νερό όπου μ’ αυτό έφευγαν οι ακαθαρσίες του αλλά και οι τρίχες που είχε στο δέρμα. Μετέπειτα τον ξεκοίλιαζαν ώστε να αφαιρέσουν τα άχρηστα εντόσθια.

Εδώ, προτού συνεχίσω, θα ήθελα να αναφερθώ στην “φούσκα του χοίρου“ (*μπαλόνι ) όπου τα παιδιά περίμεναν πως και πως. Η φούσκα, ήταν η ουροδόχος κύστη του ζώου, όπου τα παιδιά την φούσκωναν και έπαιζαν μ’ αυτήν στις αλάνες!

Οι άνθρωποι, εκείνη την εποχή, δεν είχαν τις πολυτέλειες που έχουμε σήμερα, έτσι από τον χοίρο αξιοποιούσαν τα πάντα. Το κεφάλι και τα πόδια γίνονταν ζαλατίνα (πηκτός ζωμός κρέατος), οι πέτσες γίνονταν βραστές ή παστές, το συκώτι το μαγείρευαν με ξύδι και κρεμμύδια, ενώ το ψαχνό κρέας το έκαναν παστά και λουκάνικα.

Το λίπος του χοίρου, το έλιωναν σε μεγάλες κατσαρόλες όπου μ’ αυτό σκέπαζαν τα παστά και τα λουκάνικα που φυλάσσονταν σε πήλινα ή μεταλλικά δοχεία. Όσο λίπος περίσσευε, το φύλαγαν για μαγείρεμα. Τα υπολείμματα από το λιωμένο λίπος, τις “τιτσιρίες”, τις φύλαγαν επίσης, γιατί μ’ αυτές έκαναν τιστιρόπιττες ή χρησιμοποιούνταν σε κάποιο φαγητό.

Κλείνοντας να αναφερθώ και στην συνήθεια που είχε ο κόσμος, όταν έσφαζε ένα χοίρο να δίνει ένα κομμάτι κρέας στον γείτονα. Μάλιστα, αν το κρέας είχε και κόκκαλο, η νοικοκυρά το έβραζε και με το ζουμί του έκανε πουργούρι πιλάφι! Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο.

Google
Κάντε το Perithorio προτεινόμενη πηγή στην Google
Μοιραστείτε το
Tags

Μην τα χάσετε

Μιχάλης Αλμπάτης – Η νόσος των ουρητηρίων

Δεν ήξερε να πει αν τελικά υπήρχε πράγματι ένας μυστήριος ιός που τη συμπεριφορά και τη σκέψη τόσων ανθρώπων χειραγωγούσε ή αν απλά επρόκειτο...

Νάνσυ Αγγελή – Είμαστε τυχεροί

Είμαστε τυχεροί, αυτό λένε πάντα. Το επαναλαμβάνουν δυνατά πολλές φορές μέσα στη μέρα, σαν μάντρα, σαν προσευχή. Τι τυχεροί που είμαστε, λένε και ξαναλένε,...

Παλιά Στρατώνα: Η φυλακή-κόλαση που επέζησε στα ρεμπέτικα

Σήμερα, όποιος περπατά γύρω από το Μοναστηράκι και την Αρχαία Αγορά δύσκολα φαντάζεται ότι εκεί, ανάμεσα στα μνημεία, στεκόταν κάποτε μία από τις πιο...
spot_img

Τελευταία Άρθρα

Διαβάστε επίσης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ