Η λέξη προέρχεται από το καλαμάρι που είναι το μελανοδοχείο. Είναι λατινική και προέρχεται από το calamaria που προήλθε από την αρχαίο κάλαμος.
Συνδέθηκε γρήγορα με τους γραμματισμένους αφού όποιος είχε καλαμάρι στο σπίτι του θεωρείτο μορφωμένος.
Διαβάστε επίσης
Απόσπασμα από το Χρονικό του Λεόντιου Μαχαιρά για την κυπριακή γλώσσα
Ένα παλιό κείμενο για την εξέλιξη της κυπριακής γλώσσας και τις ξένες επιρροές που άφησαν το αποτύπωμά τους στον τρόπο που μιλούν οι Κύπριοι.
Στην Ελλάδα έλεγαν καλαμαράδες ειρωνικά τους λόγιους γιατί ζούσαν μια αποστασιοποιημένη ζωή από το υπόλοιπο κόσμο.
Στην Κύπρο, παλαιότερα, καλαμαράες (χωρίς το δ) λέγαμε τους γραμματισμένους γιατί στις αρχές του 1900, το νησί είχε ανάγκη για καθηγητές σε επίπεδο γυμνασίου/λυκείου έτσι έρχονταν από την Ελλάδα να διδάξουν. Τρανό παράδειγμα ήταν πως οι γυμνασιάρχες του παγκύπριου γυμνασίου Κύπρου, από το 1893 μέχρι το 1936, ήταν από την Ελλάδα.
Διαβάστε επίσης:
Τι σημαίνει «Ρωσοπόντιος»;
Μια ακόμη λέξη που χρησιμοποιήθηκε για να προσδιορίσει την καταγωγή ανθρώπων και που, με τα χρόνια, απέκτησε διαφορετικές κοινωνικές και συχνά υποτιμητικές αποχρώσεις.
Με τα χρόνια η σημασία της λέξης άλλαξε. Σήμερα στην Κύπρο «καλαμαράς» λέγεται κυρίως ο Ελλαδίτης. Η λέξη χρησιμοποιείται επίσης για κάποιον που «καλαμαρίζει», δηλαδή που μιλά την κοινή νεοελληνική αντί για την κυπριακή διάλεκτο.


