Charles Bukowski – Αυτό σκότωσε τον Dylan Thomas

Επιβιβάζομαι στο αεροπλάνο με τη φιλενάδα μου, τον ηχολήπτη, τον οπερατέρ και τον παραγωγό. Η κάμερα δουλεύει. Ο ηχολήπτης έχει στερεώσει μικρόφωνα πάνω μου και πάνω στη φιλενάδα μου. Πάω στο Σαν Φρανσίσκο να διαβάσω τα ποιήματά μου. Είμαι ο Χένρι Τσινάσκι, ποιητής. Είμαι βαθύς, είμαι εκπληκτικός. Αρχίδια. Μα ναι, έχω εκπληκτικά αρχίδια.

Το Κανάλι 15 σχεδιάζει να κάνει ένα ντοκιμαντέρ για μένα. Φοράω καινούριο, καθαρό πουκάμισο και η γκόμενά μου είναι καταπληκτική, γεμάτη ζωή – μόλις που έχει περάσει τα τριάντα. Είναι γλύπτρια, λογοτέχνης και κάνει φανταστικό έρωτα. Η κάμερα κάνει γκρο πλαν στα μούτρα μου. Εγώ κάνω πως δεν τη βλέπω. Οι συνεπιβάτες μάς παρακολουθούν, οι αεροσυνοδοί είναι όλο αστραφτερά χαμόγελα, η γη είναι κλεμμένη από τους Ινδιάνους, ο Τομ Μιξ είναι νεκρός, και ‘γω μόλις έφαγα ένα έξοχο πρωινό.

Όμως δεν μπορώ να ξεχάσω τα χρόνια των μοναχικών δωματίων, τότε που οι μόνοι άνθρωποι που μου χτυπούσαν την πόρτα ήταν οι σπιτονοικοκυρές μου για τα καθυστερούμενα και το Εφ Μπι Άι. Ζούσα με τους αρουραίους και τα ποντίκια, το κρασί και το αίμα μου κυλούσε από τους τοίχους σ’ έναν κόσμο που δεν καταλάβαινα κι ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω. Αντί να ζω τη δική τους ζωή, πέθαινα από την πείνα. Έτρεχα πίσω μες στο μυαλό μου και κρυβόμουν εκεί. Έκλεινα όλα τα πατζούρια και κάρφωνα τα μάτια στο ταβάνι. Κι έβγαινα έξω για να πάω στα μπαρ και να ζητιανέψω κάνα ποτό, ή για να κάνω θελήματα, ή για τα τις φάω από καλοθρεμμένους και γεμάτους σιγουριά άντρες, από πληκτικούς και βολεμένους άντρες. Καμιά φορά νικούσα εγώ. Αλλά αυτό συνέβαινε μονάχα γιατί ήμουν τρελός. Περνούσα χρόνια ολόκληρα χωρίς γυναίκα, την έβγαζα με φυστικοβούτυρο, μπαγιάτικο ψωμί και βραστές πατάτες. Εγώ ήμουν ο μαλάκας, το κορόιδο, ο ηλίθιος. Ήθελα να γράψω αλλά η γραφομηχανή μου ήταν μόνιμα στο ενεχυροδανειστήριο. Τα παράταγα όλα κι έπινα…

Το αεροπλάνο απογειώθηκε και η κάμερα άναψε. Το κορίτσι μου κι εγώ κουβεντιάζαμε. Τα ποτά ήρθαν. Είχα την ποίηση, είχα και μια ωραία γυναίκα. Ο τροχός της ζωής είχε γυρίσει. Αλλά είναι κι οι παγίδες. Τσινάσκι, πρόσεχε τις παγίδες. Πάλεψες πολύ σκληρά για να γράψεις τη λέξη με τον τρόπο που ήθελες. Μην αφήσεις τις κολακείες και μια κινηματογραφική κάμερα να σε βγάλουν απ’ τη θέση σου. Θυμήσου αυτό που είπε ο Τζέφερς: Ακόμα κι οι δυνατότεροι παγιδεύονται, όπως ο Θεός όταν κάποτε περπάτησε στη γη.

Εσύ λοιπόν Τσινάσκι δεν είσαι ούτε καν Θεός, γι’ αυτό ηρέμησε και κατέβασε κάνα ποτηράκι ακόμα. Ίσως πρέπει να πεις κάτι βαθυστόχαστο στον ηχολήπτη. Αλλά όχι, ασ’ τον να κουρεύεται. Ασ’ τους όλους να κουρεύονται. Το δικό τους φιλμ πάει χαμένο. Κοίτα τι μεγάλα που ‘ναι τα σύννεφα. Βρίσκεσαι στην ίδια πτήση με διευθυντές της IBM, της Τεξάκο, της…

Βρίσκεσαι στην ίδια πτήση με τον εχθρό.

Στην κυλιόμενη σκάλα του αεροδρομίου κάποιος με ρωτάει: «Γιατί όλες αυτές οι κάμερες; Τι συμβαίνει;»

«Είμαι ποιητής», του λέω.

«Ποιητής; Πώς σε λένε;» με ρωτάει.

«Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα», του απαντάω.

**************************

Τόσος κόσμος είχε να μαζευτεί από τότε που είχε έρθει ο Γιεφτουσένκο… Ανεβαίνω στη σκηνή. Ποιος είσαι. Ποιος είσαι, ρε Τσινάσκι. Πίσω μου ένα ψυγείο γεμάτο μπίρες. Τ’ ανοίγω και παίρνω μία. Κάθομαι κι αρχίζω να διαβάζω. Κείνοι κει κάτω έχουν πληρώσει δύο δολάρια ο καθένας. Εντάξει τύποι είναι. Μερικοί είναι αρκετά επιθετικοί απ’ την αρχή. Το ένα τρίτο με μισεί, το ένα τρίτο μ’ αγαπάει και τ’ άλλο τρίτο δεν δίνει δεκάρα. Έχω κάτι ποιήματα που ξέρω ότι θ’ αυξήσουν την επιθετικότητά τους. Κάνει καλό ν’ αντιμετωπίζεις την επιθετικότητα, ξελαμπικάρει το μυαλό σου.

Οι μπίρες έχουν αρχίσει να μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο από την ποίηση. Μιλάω ανάμεσα στα ποιήματα, λέω διάφορες μαλακίες, στεγνές, μπανάλ και πρόστυχες. Είμαι ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Είμαι ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Ποιος είμαι!

«Διάβασε τα ποιήματα, Τσιανάσκι!» φωνάζουν από κάτω.

Κι έχουν δίκιο ξέρετε. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στα ποιήματα. Αλλά τον περισσότερο καιρό βρίσκομαι στην πόρτα του ψυγείου. Είναι πιο εύκολα έτσι, και στο κάτω κάτω έχουν ήδη πληρώσει. Έχω ακούσει ότι ο Τζον Κέιτζ βγήκε κάποτε στη σκηνή, έφαγε ένα μήλο, έφυγε και τσέπωσε χίλια δολάρια. Ε, γιατί να μην πιω και ‘γω μερικές μπιρίτσες;

Τέλειωσε λοιπόν. Ήρθαν κοντά. Αυτόγραφα. Είχαν έρθει από το Όρεγκον, από το Λος Άντζλες, από την Ουάσινγκτον. Κάτι κοριτσάκια μούρλια. Αυτό σκότωσε τον Ντύλαν Τόμας.

 

Μετάφραση: Έφη Φρυδά

Καλλιτέχνης: Peter Idler

Google
Κάντε το Perithorio προτεινόμενη πηγή στην Google

Εγγραφείτε στο Newsletter μας

Chris Pinturicchio
Chris Pinturicchio
Ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής και να παίξει στην Juventus. Τελικά, δεν τα κατάφερε να παίξει ούτε στην ομάδα του χωριού του!
Μοιραστείτε το
Tags

Featured

Λάμπουσα: Η σχολή της Λαπήθου που έδινε μια δεύτερη ευκαιρία στα παιδιά

Στην παραλιακή Λάπηθο της Κερύνειας, το 1943, ιδρύθηκε ένα από τα πιο πρωτοποριακά κοινωνικά ιδρύματα της Κύπρου: η Αναμορφωτική Σχολή Λαπήθου, γνωστή αργότερα ως...

Φαίδωνας Δημητρίου – Χρέος

Υπάρχουν κείμενα που δεν προσπαθούν να σου δώσουν απαντήσεις, αλλά να σου θυμίσουν τη μάχη που γίνεται μέσα σου. Στο «Χρέος», ο Φαίδωνας Δημητρίου γράφει...

Πόσες ψυχές πετάξαμε

Αρχίζω και μετράω Ξεκινώντας από μένα Συνεχίζοντας παρά δίπλα Τον γείτονα, την γειτόνισσα, Φίλους γνωστούς και άλλους… Πόσοι πέταξαν την ψυχή τους στα σκουπίδια Γιατί πίστεψαν πως δεν είναι καλοί πως...

Τελευταία Άρθρα

Διαβάστε επίσης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ