Ριώ στα κυπριακά σημαίνει κρυώνω, τρέμω από το κρύο ή με πιάνει ρίγος.
Η λέξη έχει πολύ παλιές ρίζες και προέρχεται από το αρχαίο ριγώ, με την ίδια περίπου σημασία.
Ο τύπος «ριώ» καταγράφεται μάλιστα ειδικά στην κυπριακή διάλεκτο σε παλαιότερα γλωσσάρια και λεξικά.
Η λέξη ακουγόταν παλαιότερα πολύ περισσότερο στην καθημερινή ομιλία:
«Ριώ λαλώ σου και εν έρκουμαι.»
Διαβάστε επίσης:
Τι σημαίνει «όι άππαρον με την βάκλαν»;
Μια παλιά κυπριακή έκφραση και η ιστορία της λέξης «βάκλα», που επιβιώνει μέχρι σήμερα με διαφορετικές σημασίες.
Δηλαδή: κρυώνω, σου λέω, και δεν έρχομαι.
Σε παλιό κυπριακό κείμενο συναντούμε επίσης τη φράση:
«Ερίασα και επήα τζιαι εφόρησα τον καπότον μου.»
Με απλά λόγια, κρύωσε και πήγε να φορέσει το πανωφόρι του.
Μια μικρή λέξη της κυπριακής που κουβαλά μέσα της αιώνες ελληνικής γλώσσας.

