Ριώ – αρχαία ριγόω – κρυώνω, με πιάνει ρίγος
Παραδείγματα από παλιό κυπριακό βιβλίο
- ριώ λαλώ σου και εν έρκουμαι
- ερίασα και επήα κη εφόρησα τον καπότον (πανωφόρι) μου
- ερίασα κη εμάρκωσα και που να πά να βράσω,να πάω ‘ς την στετούλλαν (γιαγιά) μου φοούμαι μεν της κλάσω
- σκουλλίζω το μωρόν να μεν ριάνη
- έχε την ευκήν μου και τον Μάν να ριάς


